Κριτική - Παρουσίαση

DSC_8539_-16

DSC_8117_-16

DSC_3600_21

DSC_3597_21

DSC_3569_20

Με εννιά περάσματα η απόγνωση του Λύκου/Διώνη Δημητριάδου "Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή" - Κριτική από την Κούλα Αδαλόγλου

portrait.jpg-dioni_dimitriadou

Το παλίμψηστο ήταν εξαρχής η έννοια που με σταμάτησε. Από τον τίτλο της συλλογής. Μου ήρθε στον νου ένας άλλος τίτλος, Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης, και ανέτρεξα σε αυτό. Στην πολύ καλή μελέτη του, ο Δημήτρης Τζιόβας δίνει τη δική του εκδοχή για την αφήγηση και τη λογοτεχνία, συνθέτοντας διάφορες απόψεις. Λέει λοιπόν ο Τζιόβας[1]:
Στην περίπτωση της αφήγησης, η παλίμψηστη κίνηση δεν έγκειται στην ανακάλυψη του πρωταρχικού, αφού αυτό δεν υπάρχει, αλλά στο αργό γύρισμα, στη σταδιακή αποφλοίωσή της, ώστε να καταλάβουμε τη λειτουργία της, τις τεχνικές της, να συνειδητοποιήσουμε την επενέργειά της μέσα από αυτό το αργό ξεδίπλωμα […] (σ. 11)
Λίγο πιο κάτω τονίζει ότι Η έννοια του παλίμψηστου εφαρμοσμένη στη λογοτεχνία δέχεται το κείμενο μαζί με τις εκάστοτε επιστρώσεις του, δηλαδή τις ερμηνευτικές αναγνώσεις του. Υπογραμμίζει την πολλαπλότητα αντί της μοναδικότητας, την πολυφωνική διαστρωμάτωση εις βάρος της αρραγούς μονοφωνικότητας. Λειτουργεί εντελώς ως μεταφορά όχι μόνο για την αφήγηση ή την τέχνη αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό διαμορφωμένο ως παλίμψηστο από φωνές, μνήμες και κείμενα. (σ. 12)
    Χρειάζεται προσοχή στον τρόπο που διαβάζεται η λέξη «πέρασμα». Είναι οι διαδοχικές επισκέψεις-προσπάθειες του Λύκου. Είναι η προσπάθεια να αποδοθεί, σαν παλίμψηστο, η εσωτερική κατάσταση της οργής του Λύκου-δαίμονα-ποιητικού υποκειμένου. Ένας συνδυασμός.
    Είναι παράλληλα η αναφορά στην αρχετυπική μορφή και συμπεριφορά του λύκου, με τη βιαιότητα και την αιματηρή συμπεριφορά του, παρούσα σε όλες τις παλιότερες αφηγήσεις και στα παραμύθια, αλλά και στην πιο πρόσφατη προσπάθεια αναστροφής της εικόνας του, όπως στον Έσσε, στον Μόγλη ή στα ανάποδα παραμύθια. Και η διακειμενικότητα προς την παράδοση και άλλα σχετικά κείμενα. «Η πολυφωνική διαστρωμάτωση», όπως την όρισε ο Τζιόβας.
[…] σαν τότε που μικρό παιδί στη σκοτεινή σπηλιά μας δράκους ανθρώπους φανταζόμουν κι έκλαιγα μη με κατασπαράξουν στην άγρια άγνοιά τους, κι ήταν η όμορφη ιστορία βάλσαμο και ύπνος ερχόταν και μ' έπαιρνε στης μάνας μου την αγκαλιά – ο Μόγλης μου…
Μονολογούσε ο Λύκος κι έγειρε να κοιμηθεί/ τον ύπνο τον μοναχικό και ατελείωτο/ της νύχτας των ανθρώπων. («Του Λύκου πέρασμα πέμπτο», σ. 16)
    Στη συγκεκριμένη συλλογή, η οποία αποτελεί ποιητική σύνθεση, το παλίμψηστο της μορφής του λύκου, του συγκεκριμένου Λύκου, το διαβάζω να διαμορφώνεται κυρίως με το πέρασμα του καιρού προς τα μπρος, όχι ως αναδρομή. Σαν μια εξέλιξη στην προσπάθεια της προσαρμογής του, σαν σταδιακή μεταμόρφωση. Είναι αλλεπάλληλες οι αφηγήσεις του Λύκου και οι μεταμορφώσεις του. Χωρίς να μπορεί να διακρίνει ο αναγνώστης την τελική μορφή – ούτε την αρχική – του προσώπου που αποκαλύπτεται. Πιθανότατα γιατί είναι διαρκής η μεταμόρφωση. Που ωστόσο κρατά ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.
    Λύκος μοναχός και μοναχικός. Τρέμει τους ομοίους του, αλλά περισσότερο τους ανθρώπους. Ανεπιτυχής η προσπάθειά του να μπει στην πόλη και να ενσωματωθεί. Με εννιά περάσματα η απόγνωσή του. Και η σταδιακή ένωσή του με το ποιητικό υποκείμενο ή, με άλλον τρόπο, η ένδυση του ποιητικού υποκειμένου με το προσωπείο του Λύκου. Το ποιητικό υποκείμενο από την άλλη χωνεύει μέσα στον ποιητή, τυφλό κι ανέστιο, που γίνεται δαίμονας και οδηγεί σε μια πορεία νυχτερινή, επώδυνη, αδιέξοδη και ανελέητη σαν του Σίσυφου, από την κόλαση στα ύψη.
    Ο δαίμονάς μου θα με τυραννά/ δε θα γνωρίζει ούτε γιορτή ούτε σχόλη/ σε ανήφορο ανελέητο σπαρμένο βράχια θα με οδηγεί/ μια από δω στην κόλαση/ μια από κει στα ύψη («Άφυλη φύση». σ. 18)
    Με εννιά περάσματα και τα ενδιάμεσα ποιήματα η αποτυχία του ως ποιητικού υποκειμένου να βάλει αίμα και σκληρότητα στους στίχους. Το ποίημα επιμένει στην ευάλωτη γαλήνη του. Το εμβληματικό ποίημα «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή», αποτελεί μια συνόψιση μεταμορφώσεων και απογοητεύσεων του Λύκου. Αποδίδει την κορύφωση της οργής και της απόγνωσής του, αλλά και την τελική αδυναμία του Λύκου-ποιητικού υποκειμένου να γίνει όμοιος με τους ανθρώπους-λύκους της πόλης.
Ο Λύκος μου ο πιο σκληρός/ το πιο μοβόρο πλάσμα/ στο αίμα έπνιξε/ τα προσωπεία όλα/ μόνος προβάλλει πια/ είμαι η μόνη λύση/ λέει με σιγουριά/ κι εγώ/ το ξέρω/ του απαντώ // Μαζεύω κατακόκκινα κατόπιν/ μες στο αίμα/ τ' απομεινάρια τα φορώ/ διπλά και τρίδιπλα/ ίχνος να μη φανεί/ από το τρίχωμα/ που άγριο και μαύρο/ πρόσωπο νέο δείχνει
Μα είναι που το ποίημα/(αδύναμο πολύ)/ θέλει πιο ήπιες λέξεις
(«Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή», σ. 48)
    Να επισημάνω τη συνοχή ανάμεσα στις διαδοχικές απόπειρες του Λύκου, μέσα από τους στίχους, τη μετάβαση και τη σύνδεσή τους με επόμενο ποίημα, την επαναφορά ενός μοτίβου, την εξέλιξη. Παράδειγμα:
[…] στάχτη να γίνουν όλα / τα πρόσωπα του τέρατος («Του Λυκου πέρασμα έκτο», σ. 30)Και αμέσως μετά
Θα είμαι το τέρας του παραμυθιού/ ή ο διώκτης κυνηγός του; («Λεία του ψεύδους», σ. 30)
Σε άλλο σημείο:
[…] κι ήταν η όμορφη ιστορία βάλσαμο και ύπνος ερχόταν και μ' έπαιρνε στης μάνας μου την αγκαλιά – ο Μόγλης μου… («Του Λύκου πέρασμα πέμπτο», σ. 26). Και λίγο πιο κάτω
Ο Μόγλης ένα παραμύθι/ που μέσα του μας κοίμισαν/ κι εσάς κι εμένα («Λεία του ψεύδους», σ. 30)
    Επίσης, να επισημάνω τις λανθάνουσες διακειμενικές αναφορές, όπως:
Ο στίχος Πώς βρέθηκα σε τούτο το αλωνάκι, «Μοιραία ρήση», σ.24, παραπέμπει στον Διονύσιο Σολωμό, τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από ετούτο το αλωνάκι, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Α΄.
Οι στίχοι Τώρα Λύκος κι αυτός/ ρωτά όλο ρωτά/ αν κάποιος/ βρήκε τον χώρο ανάμεσα/ θηρίο ή θεός/ κι άνθρωπος πού;, «Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή», σ. 47-48,παραπέμπουν στον Γιώργο Σεφέρη, τ' είναι θεός, τι μη θεός, και τι τ' ανάμεσό τους;, από το ποίημα «Ελένη», Κύπρον ου με θέσπισεν.
    Ποιήματα εκτεταμένα αλλά και συντομότερα, πεζόμορφα κάποιες φορές και σαν παραληρηματικά (π.χ. σ. 40-410), με έντονο πάντα τον εσωτερικό ρυθμό. Η γλώσσα της συλλογής έχει τον χαρακτήρα της προφητικής γραφής αλλά και χαρακτήρα βιβλικό.
Μα ήταν πολύ αργά για φανερώματα κι είπε να περιμένει ως την αυγή. Γιατί αυτός το ήξερε καλά πως με το φως της μέρας τρομακτικό είναι το μπόι του και η ματιά του αλλόκοτη. («Του Λύκου πέρασμα έβδομο», σ.33)

Η αφήγηση χωρίς περιττές λεπτομέρειες, με έντονο ρωμαλέο συναίσθημα, αποδίδει στάδια της μεταμόρφωσης αλλά και προλέγει δεινά, και για τους άλλους και για τον ίδιο τον Λύκο. Φωνή ζοφερή, πυκνή και ώριμη. Με ένα ποιητικό υποκείμενο – και τα προσωπεία του – να πάσχει μέσα στις κρατούσες συνθήκες, αλλά και να αποζητά τη λυτρωτική δύναμη των στίχων.

[1] Δημήτρης Τζιόβας, Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης. Από την αφηγηματολογία στη διαλογικότητα, εκδ. Οδυσσέας, β΄ έκδοση, 2002


*  Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, εκδ. ΑΩ, 2021

Ο Κώστας Γουλιάμος εξελέγη Μέλος (Fellow) της Roya...
Antonio Nazzaro - Οχτώ ποιήματα
 

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Γίνετε ο πρώτος που θα υποβάλει ένα σχόλιο
Guest
Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

Captcha Image

Υποστηρικτές

Για να λαμβάνετε ενημέρωσεις, για όλες τις δράσεις του Culture Book, εγγραφείτε στο newsletter μας

Please enable the javascript to submit this form


© 2015 - 2020 Γραφείον Ποιήσεως. All Rights Reserved