Ο τόπος των πεζογράφων

"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση"

Ποια είναι η σχέση μας με τον τόπο; Πώς επιδρά στη διαμόρφωσή μας; Σε ποιον βαθμό και με ποιους όρους καθορίζει τις επιλογές μας; Ερωτήματα που όσο αφορούν το βίωμα και την καθημερινή μας πράξη άλλο τόσο αφορούν και το φαντασιακό ή την επινόηση του «άλλου» μας κόσμου. Πεζογράφοι σχολιάζουν τόσο για τους ίδιους όσο και για τη γραφή τους την πολύσημη αυτή σχέση δίνοντας και ένα απόσπασμα από κάποιο έργο τους που λειτουργεί ως ένδειξη για την παραπάνω σύζευξη. Οι απόψεις που φιλοξενούνται έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο λογοτεχνικό όσο και ερμηνευτικό/ερευνητικό.

Υμνος-προς-την-Ελευθερια

Τωρα-μικρη-νυφουλα-μου-2017

το-Μεσολογγι-το-Μικρο-

Ας-είμαι-το-σκυλί-κι-εσύ-ας-είσαι-το-αγόρι-2017

Στα-παιδικά-σας-μάτια-τι-θα-πούμε

"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση" από την Ηρώ Νικοπούλου

portrait-iro

Ποια είναι η σχέση μας με τον τόπο; Πώς επιδρά στη διαμόρφωσή μας; Σε ποιον βαθμό και με ποιους όρους καθορίζει τις επιλογές μας; Ερωτήματα που όσο αφορούν το βίωμα και την καθημερινή μας πράξη άλλο τόσο αφορούν και το φαντασιακό ή την επινόηση του «άλλου» μας κόσμου.

***

Αν πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία και οι μνήμες που την περιγράφουν τότε ο τόπος που πρωτοαισθανόμαστε τον κόσμο είναι σίγουρα καθοριστικός. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μονοκατοικία περιτριγυρισμένη από κήπο που φιλοξενούσε πολύχρωμες γάτες, μια γριά χελώνα, ένα κουνέλι, την προσωπική μου κότα για το καθημερινό αυγό, πολλά πουλιά —καναρίνια, παπαγαλάκια και πίσω στο βάθος είχε ένα μικρό ευωδιαστό λαχανόκηπο. Όλη η Νέα Σμύρνη τότε ήταν γεμάτη κήπους που μοσχοβολούσαν, εκεί έμαθα να ξεχωρίζω τις εποχές και την ανάσα της γης από τη μυρωδιά της βροχής. Μέσα σ' αυτόν τον ευδαιμονικό τόπο με τα ψηλά πεύκα, τις γαζίες, τις συκιές και τις λεμονιές, η επαφή μου με την πληθωρική παρουσία της φύσης ήταν άμεση και εορταστική παρ' όλο που επρόκειτο για μια ήπια και ημιαστικοποιημένη μορφή της. Πολύ ισχυρό αποτύπωμα άφησε μέσα μου και η θάλασσα, από το σπίτι μας βλέπαμε τα νερά του Παλαιού Φαλήρου και τα καλοκαίρια ξεκινούσαν νωρίς τα οργανωμένα από τον δήμο θαλάσσια μπάνια στον Άλιμο.

Όλα αυτά όμως ξαφνικά χάθηκαν από τον αισθητικό και ψυχοσυναισθηματικό μου ορίζοντα όταν για οικογενειακούς λόγους μετακομίσαμε ξαφνικά περίπου στο κέντρο της Αθήνας. Η φημισμένη για πολλούς Φωκίωνος Νέγρη καθόλου δεν με συγκίνησε. Η επιβαρυμένη ατμόσφαιρα της πόλης μύριζε άσχημα και μου έκαιγε το λαιμό, η γκρίζα της απόχρωση και η έλλειψη δέντρων με κατάθλιβε. Η χαριστική βολή μου δόθηκε όταν συνειδητοποίησα ότι πλέον θα έπρεπε να αρκεστώ να κάνω 'ποδηλατάδα' πάνω κάτω στο στενό δρομάκι της πολυκατοικίας μου σαν χάμστερ! Τότε ήταν που κατέρρευσα και στράφηκα μετά μανίας πια στο ήδη αγαπημένο μου διάβασμα, παρηγορήθηκα καταφεύγοντας στους φανταστικούς κόσμους των βιβλίων και από ένα σημείο κι έπειτα άρχισα να πλάθω μέσα από το γράψιμο τον δικό μου.

Θεωρώ ότι ο συνδυασμός των δύο αυτών τόπων στους οποίους μοιράστηκε η παιδική μου μνήμη δημιούργησε ένα κράμα ψυχισμού που τελικά μπορεί να μετέχει και στα δύο αυτά αντιθετικά περιβάλλοντα και να τα αξιοποιεί δημιουργικά. Η αναγκαστική απόσπαση που μου επιβλήθηκε πολύ νωρίς από τον αγαπημένο τόπο και η επιβεβλημένη εμφύτευση σε έναν πνιγηρό άλλο αύξησε την οξύτητα και την συγκριτική δύναμη του παρατηρητή έτσι ώστε κάθε δυστοπική του αφηγηματική περιγραφή να προϋποθέτει το αίσθημα ενός απωλεσθέντος παραδείσου. Το διήγημα που ακολουθεί «Ικονίου 22, Νέα Σμύρνη» περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ασφαλής πόλη (2015, Γαβριηλίδης), κεντρικός άξονας της οποίας είναι οι περίπλοκες και συχνά οδυνηρές σχέσεις των κατοίκων μέσα στο πλέγμα των πολλαπλών δικτύων των θεσμών της πόλης —της οποιασδήποτε πόλης, δικτύων που η ύπαρξή τους υποτίθεται πως εγγυάται την ασφάλεια όλων μας.

Ηρώ Νικοπούλου

Νέα Σμύρνη, 03.01.2021

*

Ι­κο­νί­ου 22
Νέ­α Σμύρ­νη

Το δω­μά­τιό της ε­κτός α­πό την ε­σω­τε­ρι­κή πόρ­τα εί­χε δύ­ο α­κό­μη α­νοίγ­μα­τα. Κι α­πό τα δυό ή­ταν κή­πος. Η νο­τιο­α­να­το­λι­κή μπαλ­­­­κο­­­νό­πορ­τα έ­βγα­ζε στην με­γά­λη βε­ρά­ντα του σπι­τιού που έ­βλε­πε κά­τω στα παρ­τέ­ρα με τις τρια­ντα­φυλ­λιές και τους παν­σέ­δες, ψη­λά στον ε­ξω­τε­ρι­κό τοί­χο κα­τοι­κού­σε το κα­να­ρί­νι. Η α­να­το­λι­κή έ­βγα­ζε σ' έ­να μι­κρό μπρο­στι­νό μπα­λ­­κό­­νι πνιγ­­μέ­νο απ' το φι­λό­δο­ξο για­σε­μί του κή­που που προ­σπα­θού­σε να με­τοι­κί­σει στο ε­πά­νω πά­τω­μα. Ό­ταν με­τα­κό­μι­σαν η Φλώ­ρα ή­ταν τεσ­σά­ρων χρο­νών. Η πρώ­τη ει­κό­να της ή­ταν στο κέ­ντρο του σα­λο­νιού κα­θι­σμέ­νη πά­νω σε μια κα­φε­τιά βα­λί­τσα να κρα­τά­ει στο έ­να χέ­ρι το κλου­βί με το κα­να­ρί­νι και στο άλ­λο την κό­τα-Κοκ­κι­νιώ. Κοι­τού­σε με δέ­ος το ψη­λο­­τά­βα­νο δω­μά­τιο και το νω­χε­λι­κό φύ­κο που έ­ντυ­νε α­πό πά­νω ως κά­τω τους ε­σω­τε­ρι­­κούς τοί­χους του χωλ και λούφα­ζε στα πρέ­κια της τζα­μέ­νιας ε­ξώ­πορ­τας φτιά­χνο­ντας πα­ρά­ξε­νους ί­σκι­ους.

  Η αλ­λα­γή ή­ταν με­γά­λη, α­πό τον χα­ρού­με­νο λα­χα­νό­κη­πο του πρώ­του σπι­τιού στην Αρ­τά­κης με τις σπλα­χνι­κές συ­κιές και τις κρυ­ψώ­νες του, ε­δώ στον πρώ­το ό­ρο­φο της με­τα­πο­­λε­­μι­κής μο­νο­κα­τοι­κί­ας με την πί­σω τσι­με­ντέ­νια τα­ρά­τσα που έ­βλε­πε στην θά­λασ­σα. Για πρώ­τη φο­ρά στην α­δειο­σύ­νη του νέ­ου σπι­τιού έ­νιω­σε μό­νη, μι­κρή κι α­νυ­πε­ρά­σπι­στη.

Η σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα της τα­ρά­τσας κο­πά­νι­σε με δύ­να­μη. Η Φλώ­ρα τι­νά­χτη­κε τρο­μαγ­μέ­νη πε­τώ­ντας το τε­τρά­διο της προ­παί­δειας της τε­τάρ­της δη­μο­τι­κού στον α­έ­ρα. Εί­δε τη μη­τέ­ρα της μαρ­μα­ρω­μέ­νη στη μέ­ση του στε­νού σκο­τει­νού δια­δρό­μου. Ψη­λά α­πό το πα­ρα­θυ­ρά­κι της πόρ­τας πί­σω της έ­μπαι­νε έ­να βρώ­μι­κο φως που έ­κα­νε τη σκιά της να μα­κραί­νει α­φύ­σι­κα και να ξε­χύ­νε­ται ώς το δω­μά­τιο του κο­ριτσιού. Η μι­κρή έ­τρε­ξε α­νή­συ­χη κο­ντά της, η άλ­λη την κοί­τα­ξε δί­βου­λη, μια α­στρα­πή στέ­νε­ψε τα μά­τια της, έ­σπρω­ξε την κό­ρη της και της πά­τη­σε μια γε­ρή τσι­μπιά στο δε­ξί μπρά­τσο. «Αν πεις τί­πο­τα του πα­τέ­ρα σου, κα­κο­μοί­ρα μου, χά­θη­κες!» «Τι να πω; Ποιος ή­ταν πά­λι;» Η Κι­κή τρέ­­μο­ντας την άρ­πα­ξε απ΄ το μαλ­λί και της έ­στρι­ψε με δύ­να­μη έ­να τσου­λού­φι. «Πάψε πια με τις ε­ρω­τή­σεις σου, κα­νείς δεν ή­ταν! Το νου σου κα­κο­μοί­ρα μου, ό,τι σου 'πα, φερ­μουάρ στο στό­­μα!» και της έ­κα­νε την γνω­στή κί­νη­ση σύ­ρο­ντας α­ντί­χει­ρα και δεί­κτη στα χεί­λη. Το παι­δί ζά­ρω­σε, το πή­ρε το πα­ρά­πο­νο κι άρ­χι­σε να κλαί­ει.

  Από την αρ­χή α­ντι­πάθησε την πί­σω πόρ­τα της ταράτσας, ή­ταν ο­γκώ­δης και ά­νοι­γε με δυ­σκο­λί­α... Ι­δί­ως ό­ταν φυ­σού­σε, η κα­κο­­συ­ντη­ρη­μέ­νη λα­μα­ρί­να την έ­σπρω­χνε με ορμή πάλι προς τα πίσω. Τα βρά­δια έ­τρι­ζε πά­νω στους πα­λιούς με­ντε­σέ­δες της, θυ­μίζοντας κα­κό πα­ρα­μύ­θι· σαν να μπαι­νό­βγαι­νε ί­σκιος βα­ρύς α­πρό­σκλη­τος στο σπί­τι τους. Τον τε­λευ­ταί­ο χρό­νο μά­λι­στα αυ­τό συ­νέ­βαι­νε ό­λο και πιο συχ­νά και κυ­ρί­ως την η­μέ­ρα, που ήταν μό­νες τους.

  Η Φλώ­ρα ρου­φώ­­ντας τη μύ­τη της έ­τρε­ξε για πα­ρη­γο­ριά στο για­σε­μί, την η­ρε­μού­σε το λε­πτό δια­πε­ρα­στι­κό του ά­ρω­μα· α­πό το δί­δυ­μο δι­πλα­νό μπαλ­κο­νά­κι της γο­νε­ϊ­κής κρε­βα­το­κά­μα­ρας ά­κου­σε τη μά­να της να κλαί­ει. Α­πό μα­κριά η κα­μπά­να της Α­γί­ας Φω­τει­νής χτυ­πού­σε πέν­θι­μα· αρ­γότε­ρα έ­μα­θε πως κή­δευαν ένα παλικαράκι που πνί­γη­κε στο Φά­λη­ρο.

  Έ­βα­λε στο κόκ­κι­νο κου­κλί­στι­κο κα­ρο­τσά­κι, το λού­τρι­νο κου­­νέ­λι της, βγή­κε με σι­γα­νά βή­μα­τα στην τα­ρά­τσα και κα­τέ­βη­κε προ­σε­κτι­κά την στρι­φο­γυ­ρι­στή σκά­λα υ­πη­ρε­σί­ας που έ­νω­νε το πά­νω με το κά­τω σπί­τι κρα­τώ­ντας στα χέ­ρια τα παι­χνί­δια της. Στά­θη­κε για λί­γο κι α­φου­γκρά­στη­κε τους ή­χους του ι­σο­γεί­ου προ­σπα­θώ­ντας να μα­ντέ­ψει ποιος ή­ταν ο λα­θραί­ος ε­πι­σκέ­πτης. Έ­πει­τα διέ­σχι­σε βια­στι­κά τον κή­πο και βγή­κε με το κα­ρό­τσι στο δρό­μο. Κα­τηφόρισε προς την πλατεία, είδε τα νερά των συντριβανιών να στραφταλίζουν στο φως, έπιασε την 2ας Μαΐου, έ­στρι­ψε δε­ξιά στην Πα­λαιο­λό­γου κι έφτα­σε στο πα­ρά­ται­ρα ε­πι­βλη­τι­κό και πά­ντα σιω­πη­λό κτί­ριο της Ε­στί­ας με τα χρω­μα­τι­στά φατ­νώ­μα­τα και την πα­τί­να της πο­λυ­και­ρι­σμέ­νης μνή­μης· πέ­ρα­σε α­πέ­να­ντι στο παρ­κά­κι με τα με­γά­λα πεύ­κα. Το ά­γαλ­μα του Πα­τριάρ­χη στραμ­μέ­νο προς την Δύ­ση κοι­τού­σε το βουε­ρό πο­τά­μι της Συγ­γρού κι έ­νω­νε τη σκιά του με τα δροσερά δέ­ντρα του πάρ­κου. Η Φλώ­ρα α­κού­μπη­σε την πλά­τη της στο βάθρο του, ά­φη­σε την μα­τιά της να πλα­νη­θεί προς την Καλ­λι­θέ­α κι α­νά­σα­νε βα­θιά, λυ­τρω­τι­κά...


* H Ηρώ Νικοπούλου σπούδασε ζωγραφική και σκηνογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Έχει κάνειπολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει εκδώσει δέκα βιβλία, ποίησης και πεζογραφίας. Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα και άρ­θρα της έ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεί στον πε­ρι­ο­δι­κό, ημε­ρή­σιο και ηλεκτρονικό τύ­πο και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ρωσικά, Ισπανικά, Τουρκικά, Ρουμανικά, Βουλγαρικά κ.ά ευρωπαϊκές γλώσσες. Στα Ισπανικά κυκλοφορεί μία ανθολογία ποιημάτων της με τον τίτλο Aceptiones de la Miranda, σε μετάφραση του Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Letizia Leone - Δέκα ποιήματα από τις ποιητικές συ...
Η Τέχνη συναντά την Τέχνη: Το παιχνίδι της δημιουρ...
 

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Γίνετε ο πρώτος που θα υποβάλει ένα σχόλιο
Guest
Τρίτη, 11 Μαϊος 2021

Captcha Image

Υποστηρικτές

Για να λαμβάνετε ενημέρωσεις, για όλες τις δράσεις του Culture Book, εγγραφείτε στο newsletter μας

Please enable the javascript to submit this form


© 2015 - 2020 Γραφείον Ποιήσεως. All Rights Reserved