Ο τόπος των πεζογράφων

"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση"

Ποια είναι η σχέση μας με τον τόπο; Πώς επιδρά στη διαμόρφωσή μας; Σε ποιον βαθμό και με ποιους όρους καθορίζει τις επιλογές μας; Ερωτήματα που όσο αφορούν το βίωμα και την καθημερινή μας πράξη άλλο τόσο αφορούν και το φαντασιακό ή την επινόηση του «άλλου» μας κόσμου. Πεζογράφοι σχολιάζουν τόσο για τους ίδιους όσο και για τη γραφή τους την πολύσημη αυτή σχέση δίνοντας και ένα απόσπασμα από κάποιο έργο τους που λειτουργεί ως ένδειξη για την παραπάνω σύζευξη. Οι απόψεις που φιλοξενούνται έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο λογοτεχνικό όσο και ερμηνευτικό/ερευνητικό.

Σουίτα--Λάδι-σε-καμβά

Χωριό-στην-Κρήτη

Ύδρα

Σοκάκι-στη-Κρητη

Οδησσός

"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση" από την Ελένη Πριοβόλου

portrait.jpg-eleni_priovolou

 Το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα το λεν Αγγελόκαστρο. Δηλαδή «Κάστρο των Αγγέλων». Το ότι έχτισαν το χωριό μας άγγελοι ήταν το πρώτο παραμύθι που πίστεψα γιατί άμπωχνε τον φόβο του σκοταδιού και άναβε στον ύπνο μου μια λαμπρίτσα.

Γιατί η βάβω μου από τη μια μου έγνεθε τους φόβους με τα τρομακτικά της παραμύθια-γεμάτα διαβόλους, δράκους, στοιχειά, κακές μάγισσες και τελώνια και από την άλλη εξωράιζε τον τρόμο μου ρίχνοντας φως στο σκοτάδι. Σα να ακούω ακόμα τη φωνή της. Τραχιά και απότομη ακόμα και όταν με χαϊδολογούσε: «Τι φοβάσαι; Δεν πρέπει να φοβάσαι. Αφού το χωριό μας το λεν «Κάστρο των Αγγέλων». Αφήνουν οι άγγελοι το κακό να σε πλησιάσει;»

Το πατρικό μου σπίτι βρισκόταν στον όχτο της μεγάλης ρεματιάς, που διαιρούσε το χωριό μας σε δυο μαχαλάδες. Τον Φρακομαχαλά και τον γυφτομαχαλά. Έτσι έμειναν να ονομάζονται από την εποχή της τουρκοκρατίας και έτσι έμειναν ως τα σήμερα. Το παράθυρό μου καδράριζε τον τρούλο του ναού- που βρίσκεται κτισμένος σε ύψωμα- μαζί με τη ζωή, τη δράση και τις μετακινήσεις των πελαργών.

Από τη ρεματιά έφταναν οι ήχοι μιας πλούσιας χλωρίδας και πανίδας. Θροΐσματα από τον καλαμιώνα και τις αλυγαριές, κοασμοί από τα βατράχια, κακαρίσματα νηκτικών πουλιών, η λυπητερή φωνή του γκιώνη και το τερέτισμα του γρύλλου. Όλα τούτα ενορχήστρωναν μέσα μου το προανάκρουσμα της μελλοντικής δημιουργίας.

Συνάμα όμως, η ποικιλία της ντοπιολαλιάς-άλλη στην καθημερινότητα, άλλη στα δημοτικά τραγούδια και τα μοιρολόγια- άλλη στους εκκλησιαστικούς ύμνους από το στόμα του πρωτοψάλτη πατέρα μου. Το αηδόνι της ψαλτικής όπως τον αποκαλούσαν κατά κοινή ομολογία.

Τούτα όλα, οι αυλές και οι αλάνες, οι λόφοι και το ποτάμι-παραπόταμος του Αχελώου-οι πραματευτάδες και οι κουστωδίες των πανηγυριωτών που ανέβαιναν στην κορφή του ψηλότερου λόφου όπου βρίσκεται κτισμένη από τον 17ο αιώνα η Μονή Παντοκράτορος, οι τοπικοί παράγοντες και οι πολιτευτές, η ελευθερία στο παιχνίδι, τα καλοκαίρια στον κάμπο, τα δεντροκρέβατα που κοιμόμαστε τις νύχτες, ο έναστρος ουρανός- τόσο μα τόσο διαυγής- και γω μια ασήμαντη κουκίδα ζωής για τον απέραντο κόσμο των γαλαξιών που μου γεννούσαν όνειρα και παραμύθια αλλά και πολλά ερωτηματικά για τη δημιουργία. …. Από την άλλη πάσχιζα να αναπτυχθώ μέσα στο αυστηρό πλαίσιο ζωής-ειδικά για τα κορίτσια- την αυταρχική εκπαίδευση, τον φόβο του χωροφύλακα, του παπά και του δασκάλου….

Όπως και να έχει ο τόπος μου με καθόρισε. Οι γητειές του μου άνοιξαν δρόμο ώστε να καταπιαστώ από πολύ μικρή με τη γραφή σαν έναν αδιάλειπτο αγώνα εναντίον των ποικίλων φόβων και συνάμα πεδίο ελευθερίας.


Και ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Μετά φόβου» Εκδόσεις Καστανιώτη 2016.

…….Ούτε που την ένοιαζαν οι ιστορίες εκείνης της ημέρας, την Αρίστη. Οι γριές ήξεραν τόσα παραμύθια! Αν και φοβικά, αυτή τα άκουγε με κομμένη την ανάσα. Μιλούσαν για τις νεράιδες των ρεμάτων, που σαν συναπαντούσαν θνητό στη στράτα τους του έπαιρναν το νου και τη λαλιά. Έλεγαν για παλικάρια που σκότωναν δράκους, για στοιχειά και δαίμονες, για παγανά και καλικατζάρους. Μυθολογούσαν για εικόνες αγίων θαμμένες από αιώνες. Για οράματα στα όμματα καλοκάγαθων βοσκών που κινούσαν γη και ουρανό μέχρι να βρουν την εικόνα ή τα οστά του τάδε ή του δείνα αγίου και να εκτελέσουν τη θεία εντολή, ανεγείροντες μοναστήρια, ξωκλήσια ή προσκυνητάρια. Είχαν όμως και ευχάριστα να αφηγηθούν. Σκηνές από τους τρύγους, τα πανηγύρια, τα καρναβάλια, τα κούλουμα, τους γάμους, τις κηδείες και τα μνημόσυνα, τα νυχτέρια για τη διαλογή του ελαιόκαρπου και την κουρά των προβάτων, ξεκαρδιστικές ιστορίες από τις γυναικείες συνάξεις στις νεροτριβές, γύρω από τα καζάνια για το βάψιμο των νημάτων, τις μαζώξεις στους αργαλειούς και τα καπνοφυτέματα……..


Η Ελένη Πριοβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Αιτωλίας και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί μέχρι σήμερα. Έχει καταθέσει είκοσι ένα βιβλία για παιδιά και εφήβους, επτά μυθιστορήματα για μεγάλους, μία νουβέλα και ένα βιβλίο με ιστορίες.
Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημά της Όπως ήθελα να ζήσω. Επίσης έχει αποσπάσει το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για Μεγάλα Παιδιά του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο της Το σύνθημα (2009).

Henry Miller - «Ένα χαμόγελο στην αρχή της σκάλας»
Η θεολογία, εκεί έξω/ Κωνσταντίνος Σύρμος, «Εμφάνε...
 

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Γίνετε ο πρώτος που θα υποβάλει ένα σχόλιο
Guest
Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2021

Captcha Image

Υποστηρικτές

Για να λαμβάνετε ενημέρωσεις, για όλες τις δράσεις του Culture Book, εγγραφείτε στο newsletter μας

Please enable the javascript to submit this form


© 2015 - 2020 Γραφείον Ποιήσεως. All Rights Reserved